Η Philips Momentum 558M1RY είναι μία οθόνη 55”, που σχεδιάστηκε με γνώμονα το gaming σε κονσόλες, και στόχο να παρέχει τη βέλτιστη δυνατή εμπειρία. Αξίζει όμως να χρησιμοποιήσουμε οθόνη στα παιχνίδια κονσολών; Στον οδηγό θα δούμε όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα μιας οθόνης, έναντι των τηλεοράσεων.

Δείτε τις ενότητες του οδηγού

Προτάσεις συνεργασίας

Διαφημίστε την επιχειρησή σας στο site του PCsteps, ή και στο κανάλι μας στο YouTube.

Επικοινωνία

Γίνε VIP μέλος στο PCSteps

Τα μέλη διαβάζουν όλα μας τα άρθρα χωρίς διαφημίσεις, και έχουν επιπλέον μοναδικά προνόμια.

Συμμετοχή

Philips Momentum 55”

Όπως αναφέραμε, η Philips Momentum είναι μία οθόνη 55 ιντσών. Το “τέρας” αυτό έρχεται με:

  • VA Panel
  • Ανάλυση 4K
  • 120Hz ρυθμό ανανέωσης
  • 4ms χρόνο απόκρισης
  • Freesync
  • DisplayHDR1000

Με λίγα λόγια, διαθέτει όλες τις προδιαγραφές για gaming σε κονσόλες.

Στις συνδέσεις της πίσω θα βρούμε θύρα των 3.5mm για ακουστικά, μία USB upstream, 4 USB downstream, 1 DisplayPort, και 3 θύρες HDMI 2.0, που είναι και το μόνο μας παράπονο.

Γιατί όχι HDMI 2.1; Το χρειαζόμαστε όντως για gaming στις νέες κονσόλες; Θα το αναλύσουμε παρακάτω.

Σχεδιασμός

Όσον αφορά τον σχεδιασμό, έρχεται συναρμολογημένη σε ένα πολύ όμορφο stand, στο οποίο ενσωματώνεται με κομψό τρόπο η ηχόμπαρα που διαθέτει η οθόνη.

Το όλο design είναι αρκετά μινιμαλιστικό, και η κατασκευή απίστευτα στιβαρή. Από άποψη εργονομίας, μπορούμε να κάνουμε tilt την οθόνη πάνω/κάτω, όμως δεν διαθέτει κανενός άλλου είδους περιστροφή.

Φυσικά, είναι απόλυτα λογικό, καθώς δεν προορίζεται για οθόνη γραφείου.

Στη συσκευασία, εκτός από τα καλώδια HDMI, DisplayPort, και τροφοδοσίας, θα βρούμε μαζί και ένα τηλεκοντρόλ για τον χειρισμό της οθόνης από απόσταση.

Ηχόμπαρα

Η οθόνη είναι εξοπλισμένη με ηχόμπαρα που κατασκευάστηκε από την Bowers & Wilkins. Πρόκειται για βρετανική εταιρεία ηχείων, που είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένη. Οι γνώστες του ήχου ξέρουν.

Εμφανισιακά, είναι ντυμένη με υφασμάτινο κάλυμμα, που προσδίδει μία αίσθηση κομψότητας.

Εσωτερικά υπάρχουν δύο tweeters, δύο ηχεία, και ένα subwoofer. Η συνολική ισχύς της μπάρας είναι 40W, έχει ήχο 2.1, και απόκριση συχνότητας 50Hz έως 20kHz.

Ποιοτικά βρήκαμε τον ήχο γεμάτο, με αρκετά δυνατή ένταση. Διαθέτει ωραίο μπάσο, και συνολικά μας πρόσφερε μια πολύ ικανοποιητική εμπειρία όσον αφορά τον ήχο στα παιχνίδια.

Ομολογουμένως, δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης με άλλη ηχόμπαρα, και σίγουρα ο ήχος αλλάζει από χώρο σε χώρο λόγω της ακουστικής ενός δωματίου.

Ωστόσο, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ξεπερνά κατά πολύ σε ποιότητα τα ενσωματωμένα ηχεία μιας τηλεόρασης.

Ambiglow

Στο πίσω μέρος η οθόνη καλύπτεται από τρεις σειρές φωτάκια LED αριστερά, δεξιά, και πάνω, τα οποία δημιουργούν το λεγόμενο “Ambiglow” της Philips.

Στην ουσία αυτό που κάνει είναι να φωτίζει τον τοίχο πίσω από την οθόνη, με τα χρώματα που βλέπουμε και στο παιχνίδι.

Ενώ μπορεί να ακούγεται σχετικά αδιάφορο, και πιο πολύ ως στοιχείο εντυπωσιασμού, υπάρχει λόγος που αυτό το χαρακτηριστικό απογειώνει την εμπειρία θέασης.

Πρώτον, γιατί λειτουργεί ως bias lighting. Το bias lighting είναι εν συντομία φωτισμός πίσω από την οθόνη, ο οποίος βοηθάει στο να έχουμε πιο ξεκούραστα μάτια και καλύτερη εμπειρία θέασης.

Το πώς και το γιατί το έχουμε εξηγήσει σε παλαιότερο οδηγό.

Πώς να Έχω πιο Ξεκούραστη Οθόνη με τον Κατάλληλο Φωτισμό

Όσοι δουλεύουμε μπροστά από μία οθόνη ως αργά τη νύχτα ή παρακολουθούμε σειρές και ταινίες το βράδυ, το πιθανότερο είναι ότι έχουμε αντιμετωπίσει συμπτώματα όπως…

Τώρα, το Ambiglow δεν είναι απλώς bias lighting, καθώς το χρώμα του φωτός αλλάζει δυναμικά, ανάλογα με το τι βλέπουμε στην οθόνη.

Μπορούμε φυσικά να το ρυθμίσουμε να είναι στατικό, αλλά έτσι χάνουμε τη μισή ευχαρίστηση. Με πολύ απλά λόγια, εκτός από χρήσιμο, είναι και εντυπωσιακό.

Στις ρυθμίσεις της οθόνης θα βρούμε και διάφορες επιλογές για να τη φωτεινότητα, τον τρόπο εναλλαγής των χρωμάτων, ή να το απενεργοποιήσουμε εντελώς.

Εμπειρία χρήσης

Η οθόνη καλύπτει το 100% του φάσματος του sRGB. Έχει πολύ καλή αντίθεση, δεδομένου ότι είναι και VA panel. Αυτό συνεπάγεται πολύ έντονα και σκούρα μαύρα. Ειδικά σε συνδυασμό με το Ambiglow, δίνει ακόμα καλύτερη εντύπωση.

Από φωτεινότητα επίσης τα πάει εξαιρετικά. Το DisplayHDR1000 δεν απογοητεύει.

Στις ρυθμίσεις της θα βρούμε και κάποιες επιλογές για παιχνίδια, οι οποίες βελτιώνουν την απόκριση για να μην έχουμε motion blur.

Συγκεκριμένα είναι το Smart Response, το οποίο βάλαμε στο “Fastest” για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Οθόνη VS TV για κονσόλες

Ποια είναι όμως τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μιας οθόνης, έναντι των τηλεοράσεων για gaming σε κονσόλα;

Για αρχή, είτε επιλέξουμε οθόνη, είτε τηλεόραση, στην ανάλυση κοιτάμε ξεκάθαρα για 4Κ. Όλες οι νέες κονσόλες υποστηρίζουν 4Κ. Η αγορά πάει προς τα εκεί, οπότε είναι μονόδρομος.

Οι τηλεοράσεις ως επί το πλείστον έχουν τρία βασικά μειονεκτήματα που απασχολούν άμεσα έναν gamer.

Input lag

Το input lag είναι ο χρόνος που χρειάζεται η οθόνη για να πάρει το σήμα από μια πηγή, να το επεξεργαστεί, και να μας το δείξει στην οθόνη.

Γενικά, οι τηλεοράσεις τείνουν να εφαρμόζουν διάφορα – ας πούμε – φίλτρα, ώστε να βελτιώσουν την ποιότητα της εικόνας όταν παρακολουθούμε τα εκάστοτε κανάλια. Κι αυτό γιατί τα κανάλια δεν εκπέμπουν σε υψηλές αναλύσεις με την καλύτερη δυνατή ποιότητα.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τα ελληνικά κανάλια, που στην καλύτερη εκπέμπουν σήμα σε ποιότητα FullHD. Μία 4Κ τηλεόραση πρέπει να το πάρει αυτό το FullHD, να το κάνει μεγέθυνση σε 4Κ, να βάλει μέσα φίλτρα για μείωση θορύβου, ή ό,τι άλλο, και μετά να μας το παρουσιάσει.

Όταν παρακολουθούμε το πρόγραμμα της τηλεόρασης ή όταν βλέπουμε κάποια ταινία, δεν μας νοιάζει τα καρέ να εμφανίζονται μερικά millisecond αφότου η τηλεόραση πάρει το σήμα από την κεραία μας. Εφόσον η καθυστέρηση είναι σταθερή για όλα τα καρέ, δεν πρόκειται να δούμε καμία διαφορά.

Όταν όμως παίζουμε ένα παιχνίδι, όπου εμείς δίνουμε το σήμα πατώντας κάποιο κουμπί στο χειριστήριο, θέλουμε οπωσδήποτε να το δούμε να συμβαίνει άμεσα, για να μπορούμε να αντιδράσουμε και να παίξουμε όσο πιο ομαλά γίνεται.

Γι’ αυτό κάποιες τηλεοράσεις έχουν game mode, όπου φανταζόμαστε ότι αφαιρούν κάποια από τα ενδιάμεσα στάδια επεξεργασίας, ώστε να μας δώσουν το κάθε frame όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Για gaming, λοιπόν, μας ενδιαφέρει όσο το δυνατόν πιο μικρό input lag.

Σε γενικές γραμμές, οι οθόνες έχουν χαμηλότερο input lag επειδή δεν εφαρμόζουν όλη αυτήν την επεξεργασία στο σήμα.

Ωστόσο, θέλει προσοχή, γιατί δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που θα το δούμε να διαφημίζεται στα χαρακτηριστικά μιας τηλεόρασης. Ούτε καν στις οθόνες. Θα πρέπει να ψάξουμε σε ανεξάρτητα reviews για να βγάλουμε άκρη.

Χρόνος απόκρισης – Response time

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που επηρεάζει την εμπειρία μας στο gaming είναι ο χρόνος απόκρισης της οθόνης ή τηλεόρασης.

Μετράται σε millisecond και πρόκειται για τον χρόνο που χρειάζεται ένα pixel για να αλλάξει από ένα χρώμα σε ένα άλλο. Και πάλι, όσο μικρότερος ο χρόνος απόκρισης, τόσο το καλύτερο για το gaming.

Οι τηλεοράσεις έχουν συνήθως μεγαλύτερους χρόνους απόκρισης, το οποίο οδηγεί σε θολούρα στην εικόνα και το λεγόμενο ghosting.

Ειδικά σε παιχνίδια με γρήγορες εναλλαγές σκηνών και με συνεχόμενη κίνηση, το ghosting μπορεί να γίνει πολύ ενοχλητικό.

Ρυθμός ανανέωσης

Τέλος, έχουμε τον ρυθμό ανανέωσης, που στις τηλεοράσεις είναι συνήθως στα 60Hz. Στις οθόνες μπορούμε να βρούμε πολλά περισσότερα, όπως 120Hz, 144Hz, 240Hz, ή ακόμα και παραπάνω, αγγίζοντας την υπερβολή.

Όσο περισσότερα τα Herz, τόσο περισσότερα τα fps του παιχνιδιού που θα βλέπουμε, και άρα τόσο το καλύτερο για το gaming.

Αυτό βέβαια, με την προϋπόθεση ότι το hardware μας μπορεί να δώσει τόσα fps. Στους υπολογιστές αυτό εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την κάρτα γραφικών μας, και ποικίλει ανάλογα με το παιχνίδι.

Κάρτα Γραφικών: Τι Να Προσέξω Πριν Την Αγορά Για Κάθε Χρήση
Κάρτα Γραφικών: Τι Να Προσέξω Πριν Την Αγορά Για Κάθε Χρήση

Ανάλογα τη χρήση που κάνουμε στον υπολογιστή, η κάρτα γραφικών μπορεί να είναι το σημαντικότερο κομμάτι, ή το πιο άχρηστο. Για δουλειές γραφείου, ίντερνετ, και…

Στις κονσόλες όμως, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Τα μέγιστα fps που μπορεί να δώσει το PS4, για παράδειγμα, είναι 60. Κι αυτό μόνο στην έκδοση Pro. Το Slim έχει μέγιστο τα 30fps.

Οπότε, ακόμα και να είχαμε μεγαλύτερο ρυθμό ανανέωσης στην τηλεόρασή μας, θα ήταν άχρηστος.

Στη νέα γενιά όμως, το PS5 και τα Xbox Series S/X, μπορούν να δώσουν έως 120fps. Με την προϋπόθεση φυσικά ότι το υποστηρίζει το παιχνίδι, και συνήθως με κάποιο αντίκτυπο στην ανάλυση και στην ποιότητα των γραφικών.

Τα περισσότερα παιχνίδια για παράδειγμα, δίνουν μεν 120fps, αλλά σε ανάλυση 1080p και όχι 4Κ. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι σε μια τηλεόραση των 60Hz η εμπειρία μας θα είναι χάλια. Ίσα-ίσα, θεωρούμε τα 60fps ως το “sweet spot” για gaming σε κονσόλα.

Όσον αφορά το πολυσυζητημένο HDMI 2.1, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όχι, δεν χρειάζεται HDMI 2.1 για να έχουμε 120Hz. Αλλά ναι, χρειάζεται HDMI 2.1 για να έχουμε 120Hz σε ανάλυση 4Κ. Το οποίο όπως προείπαμε, υποστηρίζουν ελάχιστα παιχνίδια.

Για όσους αγοράζουν τώρα νέα οθόνη ή τηλεόραση για gaming σε κονσόλα, και θέλουν να έχουν τη δυνατότητα των 120fps σε ανάλυση 4Κ, θα πρέπει να κοιτάξουν οθόνη με 120Hz και HDMI 2.1. Με το ανάλογο χρηματικό αντίτιμο φυσικά.

Πού υστερεί μια οθόνη έναντι της τηλεόρασης;

Στον αντίποδα τώρα, υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά στα οποία μια τηλεόραση μας προσφέρει καλύτερη εμπειρία στο gaming σε κονσόλα, σε σύγκριση με μια οθόνη.

Το πρώτο είναι φυσικά το μέγεθος. Όταν παίζουμε σε κονσόλα, είμαστε συνήθως στην άνεση του καναπέ, και έχουμε κάποια απόσταση από το μέσο προβολής. Θέλουμε οπότε να έχει μπόλικες ίντσες.

Κατά γενική ομολογία, οι τηλεοράσεις είναι μεγαλύτερες σε μέγεθος από τις οθόνες, και πολύ φθηνότερες όσον αφορά αυτό το χαρακτηριστικό.

Το δεύτερο είναι η ποιότητα της εικόνας και των χρωμάτων, όπου και πάλι οι τηλεοράσεις τείνουν να τα πάνε καλύτερα από οθόνες ίδιας τιμής. Το HDR παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό.

Οι περισσότερες οθόνες δεν έχουν HDR, γιατί ούτως ή άλλως τα περισσότερα παιχνίδια στο PC δεν το υποστηρίζουν. Στις κονσόλες όμως, ακόμα και η προηγούμενη γενιά έχει HDR, και το αποτέλεσμα στα χρώματα και την όλη εμπειρία είναι κατά πολύ ανώτερο.

Συγκεκριμένα για τις οθόνες, υπάρχει η πιστοποίηση DisplayHDR που ακολουθείται από έναν αριθμό, ο οποίος δείχνει το βαθμό του HDR που μπορεί να πετύχει η οθόνη. Η ύπαρξη του HDR από μόνη της δεν μας λέει απολύτως τίποτα.

Έτσι λοιπόν, υπάρχουν τα DisplayHDR 400, 600, και 1000. Το 1000 είναι προφανώς το καλύτερο δυνατό, και το συναντάμε μόνο στα high-end μοντέλα.

Εν τέλει να πάρω οθόνη ή τηλεόραση;

Συνοψίζοντας τα υπέρ και τα κατά οθονών και τηλεοράσεων για κονσόλες, καταλήγουμε στα παρακάτω συμπεράσματα.

Αν θέλουμε καλύτερη απόκριση στο gaming από κάθε άποψη, επιλέγουμε οθόνη. Οι χρήστες αυτής της κατηγορίας παίζουν κυρίως παιχνίδια FPS, MOBA, RPG, Racing, κτλ.

Σε περίπτωση που θέλουμε πιο ζωντανά χρώματα και μεγαλύτερο μέγεθος, πάμε σε τηλεόραση. Εδώ κοιτάμε παιχνίδια που έχουν να μας προσφέρουν όμορφα γραφικά. Είναι συνήθως single player τίτλοι, όπου δεν έχουμε αντίπαλους, ούτε μας νοιάζει το χιλιοστό του δευτερολέπτου που θα πατηθεί ένα κουμπί.

Αν ωστόσο τα θέλουμε και τα δύο, χωρίς συμβιβασμούς, θα πρέπει να πάμε είτε σε μια high-end τηλεόραση, είτε σε μια high-end οθόνη, όπως είναι η Philips Momentum που είδαμε παραπάνω.

Εσείς τι προτιμάτε;

Αυτές ήταν οι βασικές διαφορές μεταξύ οθόνης και τηλεόρασης για gaming σε κονσόλα. Εσείς παίζετε παιχνίδια σε κονσόλες; Αν ναι, προτιμάτε οθόνη ή τηλεόραση;

Γράψτε μας στα σχόλια τις εντυπώσεις σας.